CYPRUS GLOSSARY: HOME
μουχταριλλίκιν: αξίωμα κοινοτάρχη (Turk. muhtar)
οσπολλάτε: ευτυχώς (έως πολλά έτη)
παττισμένος: οικονομικά βυθισμένος ( Turk. battim)
BIBLIOGRAPHY:
Κ. Χατζηιωάννου: Ετυμολογικό Λεξικό Ομιλουμένης Κυπριακής Διαλέκτου 1996
HOME