POETRY (ΠΟΙΗΣΗ):                                                                                                                                                                                         HOME

Αν δεν καώ εγω,
αν δεν καείς εσύ,
αν δεν καούμε εμείς,
πως θα γίνουν τα
σκοτάδια φως

(Ναζίμ Χικμέτ)
-
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη.
Την είχες δώδεκα χρονώ και ήλιος δεν σου την είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος θέλει.
«Μάννα μου, κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν παμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε».
«Φρόνιμος είσαι, Κωνσταντή, μ' άσκημα απηλογήθης.
Κι α' μο 'ρτει, γιε μου, θάνατος, κι α' μο 'ρτει γιε μου αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;»
«Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω».
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάννα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωνσταντίνου το μνημιό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
Το τάξιμο που μου 'ταξες πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και την βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε και ο Κωνσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Αιντε αδερφή, να φύγουμε, στη μάννα μας να πάμε».
«Αλίμονο, αδερφάκι , και τι 'ναι τούτη η ώρα;
Ανίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω»'
«Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως κι αν είσαι».
Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.
Στη στράτα που διαβαίνανε, πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μον' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!»
«Ακουσες, Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;»
«Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους!»
«Ακουσες, Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους».
«Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν».
«Φοβούμαι σ' αδερφάκι μου και λιβανιές μυρίζεις».
«Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Αη Γιάννη
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε:
Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή και ράγισε η καρδιά της.
«Ακουσες, Κωνσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;»
«Αφησ' Αρέτω τα πουλιά κι ό,τι κι α' θέλ' ας λέγουν».
«Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου και πού είναι η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;»
Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».
Αυτού σιμά αυτού κοντά, στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δένδρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος, διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου, φύγε
κι αν είσαι ο πικροχάροντας άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα».
«Σήκω, μαννούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάννα».
«Ποιος είναι αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάννα;»
«Ανοιξε, μάννα μου, άνοιξε, κι εγώ είμαι η Αρετή σου».
Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο

(Δημοτικό: Του νεκρού αδελφού)

-

Ξύπν' Αβραάμ, ξύπν' Αβραάμ, γείρου κι απάνω στάσου

μαντάτο από τους ουρανούς σου φέρνου κι αφουκράσου.

Ξύπνησε δούλε του Θεού ίσε και μπιστεμένε

και να κοιμάσαι αμέριμνα εδά καιρός δεν είναι.

Ξύπνα και γρίκησ' Αβραάμ εκείνο οπού θέλει

Αφέντης οπού προσυνού και τρέμουν οι αγγέλοι.

Θυσίαν άξα και καλή τη σήμερον ημέρα

θέλει ο Θεός και πεθυμά εκ τη δική σου χέρα.

Δε θέλει μπλιο θυσίες αρνιώ και πράματα φθαρμένα

μα μια θυσία πεθυμά μεγάλην από σένα:

το τέκνο σου το μοναχό, το ακανκάρικο σου

εισέ θυσία το ζητά και θέλει τ' ο Θεός σου:

'ς τόπον αρνιού, 'σ τόπο ριφιού ορίζει ο Θεός και θέλειθ

( Βιτσέντζος Κορνάρος: Η θυσία του Αβραάμ)

-

Καί χορό τριγύρω σου θα στήσουν
με βιολιά καί με ζουρνάδες,
γύφτοι, Εβραίοι, Αράπηδες, πασάδες
καί τα γόνατά τους θα λυγίσουν
οι τρανοί σου
καί θα γίνουν των ραγιάδων
οι ραγιάδες...

(Κωστής Παλαμάς: Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου)

-

Ταύτα και υμίν ειδόσι και βουλομένοις, ήδη δε και ποιούσιν, οίον τινα παρακλητικά προσέθηκα:

και ταύτ' επειδή μηδέν έτερον είχον εισενεγκείν τη πατρίδι, καθάπερ ουν ουδέ Θεσσαλονίκη

κειμένη του θρήνου χωρίς, ος ει και μη αξίως, αλλά γε προς δύναμιν ειρηταν το γαρ αξίως

ειπείν εκείνης ούτε ζώσης υπήρξεν εις έπαινον ουδενί των απάντων ούτ' απογενομένης εις

θρήνον. Υμείς δε κακείνη δότε την χείρα το εις υμάς ήκον, χρηστοί φανέντες τοις εκείθεν

απαγομένοις και ταύτην εστώσαν άπασι τρόποις ως έχει φυλάξατε

(Μονωδία επί τη άλώσει της Θεσσαλονίκης)

-

Κα προπαντός μη στέρξεις να περιτμηθείς

κι αν έιναι να κερδίσεις για γυθναίκα σου τη Δείνα

και συμμαχίες και οπαδούς και δάφνες.

Μη στέρξεις να περικοπεί

έστω και μια καμπύλη

απ' τα δακτυλικά αποτυπώματα σου.

Αν υποκύψεις

την τρίτη μέρα θα βρεθείς δίχως στήριγμα δικό σου

(Α. Αλεξάνδρου)

-

Όσο για κείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές.

Η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις

(Τάσος Λειβαδίτης: Αισθητική: Από το έργο "Βιολέτες για μια εποχή")

-

Αν δεν μπορείς να είσαι πεύκο στην κορυφή του λόφου,

χαμόδεντρο να γίνεις στην κοιλάδα,

μα να γίνεις το πιο όμορφο χαμόδεντρο στου ρυακιού την όχθη.

 

Γίνε θάμνος, αν δεν μπορείς δέντρο να είσαι.

 

Κι αν δεν μπορείς να είσαι θάμνος,

γίνε χλόη κι ομόρφαινε τις παρυφές του δρόμου.

 

Αν δεν μπορείς να είσαι δρυς,

γίνε μικρή φιλύρα

αλλά η ομορφότερη κοντά στη λίμνη.

 

Να γίνουμε όλοι καπετάνιοι δεν μπορούμε,

χρειάζεται και πλήρωμα, έχει δουλειά για όλους,

άφθονες δουλειές, μεγάλες και μικρές

και πρέπει ο καθένας μας ό,τι μπορεί να κάνει.

 

Αν δεν μπορείς μα είσαι ο ήλιος, γίνε αστέρι,

από το μέγεθος ούτε κερδίζεις ούτε χάνεις,

να είσαι ο καλύτερος σ' αυτό που είσαι

(Ντάγκλας Μάλλοχ)

-

Αν θες φωτιά, πρέπει στο χιόνι να ζεις

Αν θες δροσιά, πρέπει την έρημο να 'χεις

Αν θες νερό, άσε τη δίψα πρώτα να σε κυβερνά

(Χάρις Αλεξίου: H αγάπη θα σε βρει όπου και να 'σαι)

-

Γυρίζει. το επίπεδο έπεσε πάνω στο άλλο.

Ζητάει το εκμαγείο -αγώνιζεται-

σε λίγο θ' ανατιναχτεί -

ποιος είναι για νέα σημαία;

(Μιχάλης Κατσαρός: Ορόπεδιο)

-

Εμείς που μείναμε στο χώμα το σκληρό

για τους νεκρούς θ' ανάψουμε λιβάνι

κι όταν χαθεί μακριά το καραβάνι

του Χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη

στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.

 

Εμείς που μείναμε θα τρώμε το πρωί

μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι

μέλι χρυσό σ' ατρύγητο κουβέλι

και δίχως πια του φόβου το τριβέλι

μπροστά θα προχωράμε στη ζωή

(Νίκος Γκάτσος: Εμείς που μείναμε)

Ίσως και να 'χουν κάποια αξία

αυτά που αφήσαμε πίσω μας

ίσως να λάμψουν τα δώδεκα ποτήρια

στο επίσημο στενόμακρο τραπέζι

ίσως να δώσουν μια μέρα τ' όνομά μας

σ' ένα χωριό, σ' ένα βουνό, σ' ένα δρόμο...

(Γιάννης Ρίτσος)

-

Κάνεις λάθος, μωρό μου, κάνεις λάθος
Το ξέρεις κατά βάθος πως είσαι της ζωής μου θησαυρός
Λάθος, αν φύγεις θα ‘ναι λάθος
Το ξέρεις κατά βάθος μες στην καρδιά μου είσαι μοναδικός...

(Μάρω Λύτρα και TNS)

-

Είμεθα Ελληνες κι εμείς - τί άλλο είμεθα;
αλλά, με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό

(Κωνσταντίνος Καβάφης)

-

Αφού τζιαι γιω περαστικός

σ'τουν τον πλανήτην είμαι

η υγεία με τους φίλους μου

τζι' η ποίηση κανεί με

(Ανδρέας Αντωνίου Κροταλίας, Λαϊκός ποιητής, Γιόλου-Πάφος)

-

Κι όπως κρατάει η βροχή το ρυθμό
και σαν τρελή η καρδιά μου χορεύει ταγκό
εγώ μέσα σε δρόμους καθρέφτες
θα ψάχνω τους φταίχτες
που χάνω όλα αυτά που αγαπώ

(Ερμηνεία: Γλυκερία: Στίχοι: Γιώργος Σαρρής: Τ' απογεύματα τ' άδεια)

-

Ανάθεμά σε για καρδιά, πάντα αφορμές γυρεύεις,
τη μια ζυγώνεις τ' άπιαστο κι άμα το φτάσεις φεύγεις!

-

See the mirror in your eyes;
See the truth behind your lies
Your lies are haunting me
See the reason in your eyes
Giving answer to the why:
Your eyes are haunting me!

Falling in & out of love
in love, in love
Falling in & out of love
your love, your love

(Armin van Buuren)

-

Στο λιβάδι ξεχασμένος
ένας γάιδαρος βοσκούσε
τίποτ'άλλο δεν ζητούσε
ο καημένος...

-

Στη μνήμη Εκείνου που τον ρέμβασε

 

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν

για ν ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους

στα γόνατα σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.

Άλαλα τα χείλη των όσων δε διακρίναν, πως

συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή

του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας

κι ύστερα το χασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη

των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής

και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας

(Τάκης Παπατσώνης: Ρεμβασμός Δεκαπενταύγουστου)

-

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω

Εγώ που κάποτε σ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ αγκάλιασα και χορέψαμε

μες τους καλοκαιρινούς κάμπους

Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό

τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου

(Νίκος Γκάτσος: Αμοργός)

-

Ψάχνω γυρεύω ερευνώ, ζητώ ρωτώ κοιτάζω,
μήπως και βρω το γιατρικό, να μην αναστενάζω

-

H μερακλού η μόρτισσα πονεί, μα δε το λέει...
κι αν τραγουδά, ψεύτη ντουνιά, μέσα η καρδιά της κλαίει...

Μα αδύνατό ΄ναι μια γ-καρδιά σαν πληγωθεί να γιάνει,
μοιάζει δεντρού που μαραθεί και μπλιο καρπό δε γ-κάνει

-

Τίποτα δεν έχει αλλάξει, ακόμα σ’ αγαπώ
τίποτα δεν έχει αλλάξει, ακόμα σ’ αγαπώ
άμα δε σε δω, άμα δε σε δω, άμα δε σε δω θα τρελαθώ...

(Γιώργος Αλκαίος/Αρετή Κετιμέ)

-

Aς τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει,

ας ορίζει το αέρι τιμόνι, πανί,

τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,

είναι πιο όμορφοι οι άγνωστοι πάντα γιαλοί:

η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα: ας το φέρει

όπου θέλει το αέρι, όπου ξέρει το αέρι

(Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: Απλοί Τρόποι)

-

Για το μέτωπο σαν έφυγα, μανούλα

εσύ δεν ήρθες να με δεις

ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τρένο

που με πήγε πέρ' απ' τη ζωή

(Μίκης Θεοδωράκης: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού: Στα περβόλια)

-

Μη βλέπεις το τρανότερον το μερτικόν εκείνου,

μη συντυχαίνεις, πρόσεχε, κάν όλως τον οδείνα:

εκείνος έν' πρωτοπαπάς, συ δε παρεκκλησιάρχης,

εκείνος έν' δομέστικος, τεχνίτης χειρονόμος,

συ δε τυγχάνεις πάρηχος και ψάλλειν ουκ ισχύεις,

εκείνος έν' λογαριαστής και συ είσαι θερμοδότης,

εκείνος δοχειάριος, συ δε κρομμυδοφύλαξ...

(Πτωχοπρόδρομος)

-

Ποτέ τη μάνα, τη μάνα μην πικραίνεις
ποτέ σκληρά μην της φερθείς
γιατί στις δύσκολες,
στις δύσκολες στιγμές σου
"πού είσαι μά-, αχ, μάνα μου" θα πεις

(Kώστας Βίρβος)

-

Αϊτός αϊτό μεγάλωνε,

του 'λεγε και τον μάλωνε:

"αϊτόπουλο γεννήθηκες,

μ' αϊτό να ζευγαρώσεις,

αϊτούς και συ να δώσεις,

 

εσύ σαι ένα αϊτόπουλο,

της συννεφιάς ρηγόπουλο"

 

Κι εκείνο επαράκουσε

επήγε και ξεστράτισε

μια πέρδικα ορέκτη

σε ρούγα πάει και πέφτει

Ένας αϊτός γκρεμίστηκε

και το βουνό εσείστηκε

(Στράτος Διονυσίου)

-

Σ ένα βαγόνι φωτογραφίες

κι οι αναμνήσεις κάποιας στιγμής

δάκρυ κι οι ράγιες που τραγουδάνε

κάποιους μιας άγνωστης και ξένης γης

(Αρετή Κετιμέ: Επιστροφή)

-

Απ' τη ζωή είσ' απών

έ και λοιπόν

δεν σταματάει η ζωή σε μια αγάπη,

απ' τη ζωή είσ' απών

έ και λοιπόν

τέρμα τα τόσα λάθη

(Φάνη Δρακοπούλου)

-

Όλη μου η ζωή συνενοχή και πώς γουστάρω
τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα
όλη μου η ζωή συνενοχή και πώς γουστάρω
κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο

(Μιλτιάδης Πασχαλίδης)

-

Σου είπαν ψέματα πολλά

ψέματα σήμερα σου λένε ξανά

κι αύριο ψέματα ξανά θα σου πουν

ψέματα σου λένε οι εχθροί σου

μα κι οι φίλοι σου σού κρύβουν την αλήθεια

(Μίκης Θεοδωράκης: Τα τραγούδια του Ανδρέα: Για τον Ανδρέα Λεντάκη)

-

H πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε δει ακόμα

κι αυτό που θέλω να σου πω

το πιο όμορφο απ' όλα

δεν στο 'χω πει ακόμα

(Ναζίμ Χικμέτ, Mουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη)

-

Ενός λεπτού σιγή για μια καρδιά που ράγισε

σαν τον αϊτό στη γη μια αγάπη τον φυλάκισε

ενός λεπτού σιγή για ένα τσιγάρο σέρτικο

να κλείσει μια πληγή μ' ένα βαρύ ζεϊμπέκικο

(Βασίλης Τερλέγκας)

-

Μη του μιλάτε είναι άνεργος

τα χέρια στις τσέπες του

σαν δυο χειροβομβίδες

(Καρούζος)

-

Η Σελήνη αγάπησε τον Ενδυμίωνα,

ίσως γιατί αποκοιμήθηκεν αυτός

τον γλυκόν ύπνον βαθειά.

 Δεν θα ταράξει με λαμπρές κινήσεις

κι απότομες των νέων ανθρώπων

την εμορφιά του προσώπου της,

ησυχία σχεδόν παγερή.

Ο νέος που κοιμάται ευτυχής,

δε θα φοβηθεί την Κυρά της Νύχτας,

με το αργυρό, άσπιλο πρόσωπο, λείο

και την άχρονη ηλικία, άχροη,

την παντοτεινή της παρθενικότητα

(Ζωή Καρέλλη: Ενδυμίων)

-

Είδα ένα κόσμο να γκρεμίζεται μπροστά μου
είδα να γίνεται γιαπί η γειτονιά μου
για το καλό μου

Είδα τα δέντρα που σκαρφάλωνα κομμένα
σε φορτηγό τα όνειρά μου φορτωμένα
για το καλό μου

Είδα το δάσκαλο να με χτυπάει με ζήλο
είδα τα χέρια μου πρησμένα από το ξύλο
είδα τα νεύρα μου σιγά σιγά να σπάνε
με καλοσύνη και στοργή να με χτυπάνε

Για το καλό μου για το καλό μου
ώσπου δεν άντεξε στο τέλος το μυαλό μου
πήρε ανάποδες στροφές για το καλό μου
και είμαι στο θάλαμο εννιά για το καλό μου
στην ηρεμία για να βρω τον εαυτό μου

(Στίχοι/Μουσική/Ερμηνεία: Γιάννης Μηλιώκας)

-

Που να 'ναι τέτοια ώρα η αγάπη μου

και λείπει όλη νύχτα απ' το κρεβάτι μου.

Προαισθάνομαι πως μ' απατά

και με προδομένα χείλη με φιλά

(Επιτυχία με Έφη Θώδη)

Σ' ένα κλουβί-γραφείο σαν αγρίμι

παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι...

(Eρμηνεία: Έφη Θώδη)

-

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους

(Μανώλης Αναγνωστάκης: Η συνέχεια 2)

-

Κεοβίτα προτιμάτε

τον βασιλέα των ποτών

και συγχρόνως βοηθάτε

τον φτωχό αμπελουργό

(Kώστας Ιωάννου)

-

In Flanders fields the poppies blow

Between the crosses, row on row

That mark our place; and in the sky

The larks, still bravely singing, fly

Scarce heard amid the guns below

(John McCrae: In Flanders Fields)

-

Καθώς εργάζονταν στο σχήμα,

εργάτης σε υαλουργείο,

κατάλαβε πολύ καλά τον έρωτα

για την ύλη,

όπου φυσούσε την πνοή του.

Κάποτε κρύσταλλο, κάποιο μαργαριτάρι,

φίλντισι, πολύτιμο ελαφαντοκόκκαλο

ή οπάλι με χρώματα ομίχλης

προς το κυανό.

Όλ' αυτά ύλη, που γινόταν σχήμα,

σχήμα ερωτικό, για ό,τι υπάρχει

μέσ' στο χρόνο

(Ζωή Καρέλλη: Εργάτης στα εργαστήρια του χρόνου)

-

Η αυγή μοσκοβόλησε θυμάρι

είταν ο μικρός σερπετός Φαύνος που ξύπνησε

και φόρεσε τον πέτασο του κατάχρυσου ήλιου

και πήρε τ' ανεμοφύσημα του κατά τη θάλασσα

(Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: Η απολογία του μικρού Φαύνου)

-

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλ' τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα, ή μες την λάμψη του μεσημεριού.

(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: Όταν διεγείρονται)

-

Φρενήρης μα ευσταθής

Ο πώλος της ημέρας εισελαύνει

Στο στόμα της ανοίξεως και μέλπουν τα πουλιά

Με την αιθρία μέσα στη φωνή τους

Καθώς αυλοί που αντιλαλούνε σε χλωρίδα

Δρακός αγγέλων εν εκστάσει διατελούντων

Σαν ανεμώνες που προέρχονται

Από τα πέταλα της ηδονής

(Ανδρέας Εμπειρίκος: Όρθρος)

-

"Έχω καιρό που σου φυλάω καρτέρι:

ανάμεσ' απ' τους άλλους, με το μάτι

σ' εδιάλεξα, σα να 'σουνα το αστέρι:

μόχει η θωριά σου την καρδιά χορτάτη.

 

Άκου... Ας σου σφίγγω δυνατά το χέρι:

τα νιάτα έτσι δαμάζονται, σαν άτι...

Για μια νυχτιά, της γυναικός μου αϊταίρι

θα γείρεις, στο δικό μου κρεβάτι!

 

Τράβα... Βαθύζωνη είναι και δεμένη

στην ομορφιά σαν την ψηλήν Ελένη...

Γιόμοσ' τη εσύ με το γενναίο σου σπέρμα...

 

Στο δυνατόν αγκάλιασμα σου πάρ' τη,

για μια νυχτιά, και σκώσε ομπρός στη Σπάρτη,

μ' άξιον υγιό, τα γερατειά μου τα έρμα!"

(Άγγελος Σικελιανός: Σπάρτη)

-

Ο βασιλιάς, ο σκούληκας, στο βράχο

κουλουριαχτός, μες στη φλαγγάρα πύρα,

θωράει με αργή ματιά τον πετρομάχο

τετράγκωνο να του πυργώνει γύρα

τρογύρα το παντέρμο του κιβούρι.

Αδρό, γυμνό, στα κράκουρα τα στείρα

βογκάει - κελί, παλάτι και μνημούρι -

το αχάραγο, άγρο χτίρι του γρανίτη

(Νίκος Καζαντζάκης: Ο Γκρέκο)

-

Come, thou mortal wretch,

With thy sharp teeth this knot intrinsicate

Of life at once untie. Poor venomous fool,

Be angry, and dispatch. ... Peace, peace.

Dost thou not see my baby at my breast,

That sucks the nurse asleep?

(William Shakespeare: Antony and Cleopatra - 1606)

-

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη

και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,

μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,

...

να που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,

να που κι ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!...

(Άγγελος Σικελιανός: Λυρικός Βίος)

-

Σοφέ μου, το τετράσοφο

που σε φωτάει λυχνάρι

να 'τανε λέει φεγγάρι

κι εσύ είκοσι χρονών...

(Ζαχαρίας Παπαντωνίου)

-

Mωρέ, πολλά κακοπαθήσαμε

στα χέρια σας δαιμόνοι

και ήρθε η σειρά και 'μεις

τη γδίκηση την άγια να φραθούμε

(Νίκος Καζαντζάκης)

-

Σφύριξε χαρούμενα, μπορείς,

δες τη φωτεινή πλευρά της ζωής

(Μακρινά Ξαδέλφια)

-

Εικόνα αγαπητή της γυναικός μου

εσύ για με Προστάτης Άγγελος μου

άμεμπτα φύλαε τα πατήματα μου.

Γιατί τόσο σ' αισθάνομαι δική μου

τόσο με την ψυχή μου ζυμωμένη

που δεν ηξέρω πλέον στη διαλογή μου

πως να σε πω, γυναίκα μου ή ψυχή μου

(Ανδρέας Λασκαράτος)

-

Allons, enfants de la patrie,

le jour de gloire est arrivé:

Come, children of our native land,

the day of glory has arrived

(Claude Joseph Rouget de Lisle: La Marseillaise, 1792)

-

Κύριε, σαν ήρθε η βραδιά σου λέω την προσευχή μου.

άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο από τη δική μου.

Δεν έχω δόξα. Είν' ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.

Άκουσα τη γλυκιά βροχή, τη δύση έχω κοιτάξει.

Έδωσα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.

Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Δεν περιμένω ανταμοιβή πολύ 'ναι τέτοια ελπίδα.

Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα

(Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Η προσευχή του ταπεινού)

-

Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο

σαν θησαυρό να το φυλάξεις.

Τους λογισμούς σου, τους πόθους σου άλλαξε

μα αυτό ποτέ να μην αλλάξεις.

 

Κι όταν χλωμοφυλλιάσει η όψη σου

και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια,

μόνο ό,τι φύλαξες παιδιάτικο

θα μείνει απείραχτο απ' τα χρόνια

(Γεώργιος Δροσίνης)

-

Τότες, ο Αρχιεπίσκοπος εψήλωσεν το δειν του
στον ουρανόν, τζι' εφάνησαν τα μμάδκια του κλαμένα,
εφάνην πως επόνησεν που μέσα στην ψυσιήν του,
τζι' είπεν τα τούν' τα δκυο λόγια με δκυο σιείλη καμένα:
"Θεέ, που νάκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλωσύνην,
λυπήθου μας τζιαι δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην."
Τζι' ετρέξασιν τα 'δρώματα απού το πρόσωπόν του,
απού του ήλιου την πολλήν την καψερήν την αύραν
τζι' εβάλαν την συρτοθηλειάν ευτύς εις τον λαιμόν του
τζιαι τζιει πκιον ετελειώσασιν τα κάστια που ταύραν

(Βασίλης Μιχαηλίδης: H 9η Ιουλίου του 1821)

-

Ω Φοινικιά, μας έριξεν εδώ ένα χέρι:

το χέρι τόβαλε καταραμένη Μοίρα;

το πήγε νους καλοπροαίρετος; Ποιος ξέρει!

Από ενός ύπνου κάτου τον καταποτήρα

ποια ορμή μας άδραξε και ποιος μας έχει φέρει;

Τάχ από χαλαστή για ταχ' από σωτήρα;

(Κωστής Παλαμάς: Η ασάλευτη ζωή)

-

Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,

άσπρισαν απ' τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους

γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.

 

Κάθονταν κάτω απ' το φεγγάρι και με νοιάζονταν,

κάθονταν κάτω απ' το φεγγάρι και με μάλωνε:

Χτες σ' έλουσα, χτες σ' άλλαξα, που γύριζες -

ποιος γιόμισε τα ρούχα σου δάκρυα

και νεραντζάνθια

(Νικηφόρος Βρεττάκος: Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές)

-

Ιδού εγώ λοιπόν

ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου:

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών

και μύστης τν φύλλων της ελιάς:

ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος

(Οδυσσέας Ελύτης: Τα Πάθη: από το Άξιον Εστί)

-

Εκεί που πρώτα που εκατοικούσε ο ήλιος

που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός

καθώς εχιόνιζε απ΄το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας

κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

(Οδυσσέας Ελύτης: Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας)

-

Έπεσε το πούσι αποβραδίς

- το καραβοφάναρο χαμένο -

κ' έφτασες χωρίς να σε προσμένω

μέσ' την τιμονιέρα να με δεις

(Νίκος Καββαδίας: Πούσι: Aπό τη συλλογή Μαραμπού)

-

Έρωτας ένας, πρόσωπα δυο

αλλού η θάλασσα κι αλλού το πλοίο

 

Είσαι μια γυναίκα μέσα στην απόγνωση

καταδικασμένη μες στην απομόνωση

μια μικρή Ελλάδα που δεν ονειρεύεται

σύνθημα στον τοίχο που απαγορεύεται

 

(Στίχοι: Νίκος Μωραΐτης, Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος, Ερμηνεία: Γιάννης Πάριος & Λάκης Λαζόπουλος,

Tίτλος: Αλλού η θάλασσα κι αλλού το πλοίο)

-

Μπολιβάρ! Κράζω τ΄ όνομα σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Έρε,

την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.

Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,

μέχρι κει κάτω, πέρα απ' τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι

αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οντουράς,

της Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,

της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,

ακόμη και του Μεξικού.

Μ' ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ' όνομα σου πάνω στην πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.

Τινάζονται σπίθες; καθώς χαράζω - έτσι ήτανε λεν, ο Μπολιβάρ - και παρακολουθώ

το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο

(Νίκος Εγγονόπουλος: Μπολιβάρ)

-

Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δεν βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

 

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,

σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό., Μονάχα φως.

Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο

(Γιάννης Ρίτσος: Ρωμιοσύνη)

-

Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Σεφέρη
Κλείσε μου θέση με τα ΚΤΕΛ
Με τρένο δεν συμφέρει!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Καβάφη
Μην του μιλάτε του Θωμά
Τον τοίχο μου σαν βάφει
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Ελύτη
Και μου τσιμπάς τον πισινό
Α, να χαθείς, αλήτη!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και απαγγέλλεις Ρίτσο
Θέλεις να πάμε για λικέρ
Στον θείο μου τον Κίτσο;
*
Από την πόρτα σου περνώ
Διαβάζεις Καββαδία
Μη μασουλάς ηλιόσπορους
Κατάντησες αηδία!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Διαβάζεις Καρυωτάκη  

Θα βγεις με τον Ισίδωρο
Ή προτιμάς τον Τάκη;

*
Από την πόρτα σου περνώ
Διαβάζεις Παλαμά
Πάω στο φούρνο μια στιγμή
Να πάρω λουκουμά;
*
Από την πόρτα σου περνώ
Διαβάζεις Σολωμό
Θα ψήσεις το μπιφτέκι σου
Ή θα το φας ωμό;
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και απαγγέλλεις Ρώτα
Η κότα έκανε τ’ αβγό
Ή το αβγό την κότα;
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και απαγγέλλεις Κάλβο
Πρόσεξε, Στέλλα, μη μπλεχτείς
Μέσα σε κύκλο φαύλο!

*
Από την πόρτα σου περνώ
Διαβάζεις Εμπειρίκο
Θες να σου πλύνω φράουλες

Ή θέλεις ένα σύκο;
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Σουρή
Φρόντισε τη λεκάνη σου
Γιατί έπιασε πουρί!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Γρυπάρη
Απ’ το σχολείο το παιδί
Πες μου, ποιος θα το πάρει;
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Δροσίνη
Ο γείτονας τρελάθηκε
Σίγουρα κάτι πίνει!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Κορνάρο
Βγες στο μπαλκόνι γρήγορα
Θ’ αρχίσω να κορνάρω!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Σκαρίμπα
Μα στον επάνω όροφο
Το ‘ρίξαν στη μπιρίμπα

*Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Κασόλα
Βαρέθηκα τους γίγαντες
Δεν ψήνεις μια μπριζόλα;

*

Από την πόρτα σου περνώ
Διαβάζεις Ευριπίδη
Θα φάω εγώ το μουσακά
Κι εσύ το κουνουπίδι!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Αισχύλο
Θα μ’ έβλεπες σαν εραστή
Ή μοναχά σαν φίλο;
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Μπωντλαίρ
Άντε, ρε Μαίρη, σκάσαμε!
Σβήσ’ το καλοριφέρ!
*

Από την πόρτα σου περνώ
Και μελετάς Ρεμπώ
Πέτα τις γόβες, Περικλή
Και φόρεσε σαμπό!
*
Από την πόρτα σου περνώ
Και απαγγέλλεις Πόε
Κάποιος την πόρτα σου χτυπά
Κρύψου! Ειν’ απ’ το ΣΔΟΕ!
*
Από την πόρτα σου περνάς
Και απαγγέλλεις Προυστ
Σε γρατζουνίζει ένα γατί
Και του φωνάζεις «ουστ!»

(Εν Πλω Blog : Ηλιθιάδα)

-

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιέ, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

 

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

(Γιάννης Ρίτσος: Επιτάφιος)

-

Το χέρι που απλώνεται να πάρει

χάνει τόση ομορφιά και χάρη τόση

όση ομορφιά κερδίζει κι όση χάρη

το χέρι όταν απλώνεται να δώσει

(Γεώργιος Δροσίνης)

Εδώ είναι ένα φως αδερφικό - απλά τα χέρια και τα μάτια.

Εδώ δεν είναι νάμαι εγώ πάνω από σένα ή εσύ πάνω από μένα

Εδώ είναι νάναι ο καθένας μας πάνω απ' τον εαυτό του.

Εδώ είναι ένα φως αδερφικό που τρέχει σαν ποτάμι δίπλα στο μεγάλο τοίχο

(Γιάννης Ρίτσος: Καπνισμένο τσουκάλι)

-

Για την πηγή του τραγουδιού προτού να σας μιλήσω,

αφήστε με την πρώτη Αρχή κλιτά να προσκυνήσω

(Παντελής Πρεβελάκης: Ο νέος Ερωτόκριτος)

-

Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα

Πάσχα της αγάπης Πάσχα

Πάσχα των Αγγέλων.

 

Ήλιος κι ανατέλλεις

Πάσχα μέγα Πάσχα

ήλιος φωτοδότης

των Ελλήνων Πάσχα

(Γιώργος Θέμελης: Πάσχα των Ελλήνων)

-

Για δες καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαριά
και βγάζει η γη χορτάρι

(Δημοτικό: Αθανάσιος Διάκος)

-

Σπασμένο καράβι νάμαι, πέρα βαθιά, έτσι νάμαι,

με χώρις κατάρτια, με χώρις πανιά, να κοιμάμαι.

Ναν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική γύρω γύρω,

με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί που θα γείρω.

Ναν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά, έτσι νάναι

και τα βράχια κατάπληκτα και τ' αστέρια μακριά να κοιτάνε...

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές, δίχως χάρη

κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μέσ' σε νύχτες βουβές, το φεγγάρι.

Έτσι νάμαι καράβι γκρεμισμένο, νεκρό, έτσι νάμαι,

σ' αμμουδιά πεθαμένη και σε κούφιο νερό, να κοιμάμαι...

(Γιάννης Σκαρίμπας, Σπασμένο καράβι)

-

Ξημέρωσε κι εγώ ρωτώ

γιατί να ξημερώσει,

χωρίς απόκριση γι αυτό

κανένας να μου δώσει

 

Εβράδυασε κι εγώ ρωτώ

γιατί να έλθει βράδι

και τα φανάρια μας κοιτώ

όπου δεν έχουν λάδι

 

Έτσι περνώ κακήν κακώς

τις 'ώρες του καιρού μου

και νύχτα-μέρα σκεπτικός

πηγαίνω...προς νερού μου

(Γεώργιος Σουρής: Πρωί-βράδι)

-

Aπ' όλα τ' άστρα τ' ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει,

ένα που βγαίνει το πουρνό, όταν γλυκοχαράζει

(Λιανοτράγουδα, Παινέματα της αγαπητικής: Στην έκδοση Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού

από Νικόλαο Πολίτη, στην κατηγορία Τραγούδια της αγάπης)

-

Γεννιούμαι απ' τον πόνο:

κι απλώνω κι απλώνω

κι απλώνομαι πέρα

κι απλώνομαι πέρα

σε οχτιές και σε βύθη

συντρίμμια να σπείρω

(Κωνσταντίνος Χατζόπουλος)

-

Ωσάν γλυκόπνοο

δροσάτο αεράκι

μέσα σε ανθότοπο

κειο το παιδάκι

την ύστερη έβγαλε αναπνοή.

Και η ψυχούλα του

εις τον αέρα

γλήγορα ανέβαινε

προς τον αιθέρα

σαν λιανοτρέμουλη

σπίθα μικρή

(Διονύσιος Σολωμός: Ψυχούλα)

-

Μη μιλάς βγάλ' τον σκασμό

είσαι ένα μελάτο αβγό,

μην κοιτάς σαν τη γαρίδα

μαζί σου προκοπή δεν είδα

(21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης)

-

Tα δυο σου μάτια μοιάζουνε

μ' ένα ζευγάρι άστρα

και μου φωτίζουν τη ζωή,

αγγελοξελογιάστρα

-

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν

τα παλιά, φυλαγμένα γράμματα τους,

διαβάζουν ήσυχα κι έπειτα σέρνουν

για τελευταία φορά τα βήματα τους

(Κώστας Καρυωτάκης: Ιδανικοί αυτόχειρες)

-

Δεν κάνω πλέον όνειρα

δεν έχω πια ελπίδα

ανάθεμα σου έχω πει

την ώρα που σε είδα

-

'Ενα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο

που λάμπει μες στη νύχτα, τίποτ' άλλο.

 

Μια φωνή που γρικιέται μες \στο σάλο

και που σε λίγο παύει, τίποτ' άλλο.

 

Πέρα μακρυά κάποιο στερνό σινιάλο

του βαποριού που φεύγει, τίποτ' άλλο

 

Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο

στα βάθη του μυαλού μου. Τίποτ' άλλο

(Ναπολέων Λαπαθιώτης: Νυχτερινό ΙΙ)

-

Μικρό πουλί μες το κλουβί

κλείστηκα μοναχός μου,

κάγκελα τα ματάκια σου

και κλειδαριά η θωριά σου

(Από ημερολόγιο τοίχου)

-

Όταν βγαίνω το βράδυ στο ξάγναντο τούτο,

να προσμένω τ' αδέρφια μου νάρθουν που φύγαν,

των βημάτων σου ακούω το περπάτημα

στο ρυθμό των δικών μου βημάτων

(Γ. Βαφόπουλος: Ελεγεία των αδελφών)

-

Στη ζήση αυτή που τη μισούμε

στη γης αυτή που μας μισεί

κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,

πόνε πικρέ και πόνε αψή

που μας κρατάς και σε κρατούμε

(Κώστας Βάρναλης Το πέρασμα σου)

-

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι,

(δαυλί της ζωής μου της κλεμμένης μες το χρόνο),

στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή σα να 'ταν

όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να 'χα

τ' άγιο κελλί του Ηρακλείτου τριγύρα μου,

όπου, χρόνια,

για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του

και τους κρεμνούσε ως άρματα

στης Έφεσος το Ναό...

(Άγγελος Σικελιανός: Πνευματικό Εμβατήριο)

-

Δεν ήταν νησί,

ήταν θεριό που κείτουνταν στη θάλασσα:

ήταν η Γοργόνα η αδελφή του Μεγαλέξαντρου

που θρηνούσε και φουρτούνιαζε το πέλαγο...

άμα λευτερωθεί η Κρήτη,

θα λευτερωθεί και μένα η καρδιά μου,

άμα λευτερωθεί η Κρήτη,

θα γελάσω

(Νίκος Καζαντζάκης: Καπετάν Μιχάλης)

-

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"!
― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;


Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! -

έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.


Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!

(Κώστας Βάρναλης: Σκλάβοι πολιορκημένοι)

-

Έλα κορού να δούμεν τα μαύρα σου τ' αμμάδκια

που βκάλλουν τζειν' τες γλώσσες που κάμνει το λαμπρόν

τζι αν κάμνουν την καρκιάν μου την άχαρην κομμάδκια

να μεν πλήσσης χαρώ σε τζι άφησ' τα να την τρων

(Δημήτρης Λιπέρτης)

-

O Γκιώνης στην Ακρόπολη

μοιρολογάει και κλαίει,

μα μια φωνή απ' τα μάρμαρα

περήφανα του λέει:

"Μη κλαις πικρέ τραγουδιστή

και δεν θα γίνω σκλάβα.

Στου χρόνου τα γυρίσματα

και στων καιρών το διάβα

όσες σκλαβιές κι αν γνώρισα,

όσους εχθρούς κι αν είδα,

έγερνα σκλάβα αποβραδίς

μα ξύπναγα Ελληνίδα"

(Τίμος Μωραϊτίνης)

-

Τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέχαστα τάζησα

κοντά στ' ακρογιάλι,

στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη

(Κωστής Παλαμάς: Μια πίκρα)

-

Σαν αγαπιούνται δυο καρδιές

πολλές χαρές θωρούνται

τσι πίκρες και τα βάσανα

με θάρρος ξεπερνούνε

(Από ημερολόγιο τοίχου)

-

Γεια σου, καημένε Μπαταριά, της δοξαριάς τεχνίτη

κι αφέντη του βιολιού!

Με εσένα Ρούμελη πλατιά το στριμωμένο σπίτι

και ξάγναντο από ψήλωμα του ολόδροσου Ζυγού

(Κωστής Παλαμάς: Οι καημοί της λιμνοθάλασσας)

-

Στην χώραν π' αναγιώθηκα

τζιαι κόμα αναγυιώννουμουν

τζ' άρκεψα νάκκον να λαχτώ,

τότες εξηφοήθηκα

τα ζώδκια τζ' εν εχώννουμουν

τζ' εξέηκα να δκιανευτώ

(Βασίλης Μιχαηλίδης Η ανεράδα)

-

Εμένανε πατρίδα μου είν' η νιότη

κι ό,τι και να μου δώσεις ό,τι

δεν την αλλάζω.

Με την πνιγμένη μου λαλιά θε να φωνάζω

και τούτα τα κατάλευκα μαλλιά είν' εξορία,

είναι τυραγνία, τιμωρία,

μοίρα ενός χαμένου, ενός προδότη.

Εμένανε πατρίδα μου είν' η νιότη

(Δημήτρης Χορν)

-

Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν οι καμπάνες

σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

 

Και πα στην πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει

μονάχος κι αβοήθητος, της λευτεριάς ταμένος

(Γιάννης Ρίτσος Λιανοτράγουδα)

-

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως

Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας

Κι όταν σε πήρε το φιλί

Γυναίκα

(Οδυσσέας Ελύτης: Προσανατολισμοί, Επίγραμμα)

-

Και έμαθον τα γραμματικά μετά πολλού του κόπου.

Αφού σε τάχα γέγονα γραμματικός τεχνίτης,

επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού την μάναν:

υβρίζω τα γραμματικά, λέγω μετά δακρύων:

Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει!

(Πτωχοπρόδρομος: Ανάθεμα τα Γράμματα!...)

-

Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι
τάχουν χαμένα και σ’ εσέ της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία.
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον ίδιο τον εαυτό σου όταν ο κόσμος
δε σε πιστεύει κι’ αν μπορείς να του σχωρνάς αυτή τη δυσπιστία.
Να περιμένεις αν μπορείς δίχως να χάνεις την υπομονή σου,
κι’ αν άλλοι σε συκοφαντούν να μην καταδεχτείς ποτέ το ψέμμα,
κι’ αν σε μισούν, εσύ ποτέ σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό η τον πολύ σοφό στα λόγια.

Αν να ονειρεύεσαι μπορείς και να μην είσαι δούλος των ονείρων,
αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου,
αν ν’ αντικρύζεις σου βαστά το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμια
κι’ όμοια να φέρνεσαι σ’ αυτούς τους δυό τυραννικούς απατεώνες,
αν σου βαστά η ψυχή ν’ ακούς όποιαν αλήθεια εσύ είχες ειπωμένη,
παραλλαγμένη απ’ τους κακούς, για να ναι για τους άμυαλους παγίδα
η συντριμένα να θωρείς όσα σούχουν ρουφήξει τη ζωή σου
και πάλι να ξαναρχινάς να χτίζεις μ’ εργαλεία πούναι φθαρμένα.

Αν όσα αποχτήσες μπορείς σ’ ένα σωρό μαζύ να τα μαζέψεις
και δίχως φόβο, μονομιάς κορώνα η γράμματα όλα να τα παίξεις
και να τα χάσεις και απ’ αρχής, ατράνταχτος να ξεκεινήσεις πάλι
και να μη βγάλει και μιλιά γι’ αυτό τον ξαφνικό χαμό σου.
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάχνα και μυαλό όλα να τα σφίξεις
να σε δουλέψουν ξαναρχής, κι’ ας είναι από πολύν καιρό σωσμένα
και να κρατιέσαι πάντα ορθός, όταν δεν σούχει τίποτε απομείνει
παρά μονάχα η θέληση, κράζοντας σε όλα αυτά «βαστάτε».

Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες να γυρνάς, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακρύνεις.
Αν μήτε φίλοι, μήτ’ εχθροί μπορούνε πιά ποτέ να σε πειράξουν,
όλο τον κόσμο αν αγαπάς, μα και ποτέ παρά πολύ κανένα.
Αν του θυμού σου τις στιγμές, που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου,
μπορείς ν’ αφήσεις να διαβούν την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δική σου θάναι τότε η Γη, μ’ όλα και μ’ ό,τι πάνω της κι’ αν έχει
και κάτι ακόμα πιο πολύ: Άντρας αληθινός θάσαι, παιδί μου.

(Rudyard Kipling: Αν)

-

Και πήρα στης χρυσόφρυδης

τα γόνατα το αλάφρωμα

του ονείρου: κ' ήταν ξάστερο

το κρύο γλαυκό από πάνω μου,

ήτανε γύρα μου ο γιαλός

κι ο ουρανός και τα βουνά,

και μέσα μου: κι αρχίνησε

βαθιά η καρδιά ν' αλλάξει,

που άκουσα ξάφνου τη βροντή

τη γνώριμη που εκύλησε,

κ΄ είπεν: "Ω αλαφροΐσκιωτε,

σηκώσου: εσύ το σάρκωσες

το τάμα -και καρδιά και νους-

κ' εσύ το 'χεις αδράξει.

Ποιος αντρειωμένος θα στηθεί

και θα το δέσει ολόφωτο

σε Λόγο και σε Πράξη;"

(Άγγελος Σικελιανός: Αλαφροΐσκιωτος)

-

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου.

Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια.

Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας "πέρασε η ώρα"

εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα

σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους των φυλακών

σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων

- μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι πούσκιζε σίγουρα το χρόνο,

σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε

σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε

 

Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ - δύσκολος δρόμος.

Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.

Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του

πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.

Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.

Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος

(Γιάννης Ρίτσος: Καπνισμένο τσουκάλι)

-

Τ' αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης

κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,

κλαίγουν τν Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,

οπού τήνε κρουσέψανε τις τρεις γιορτές του χρόνου

(Δημοτικό Το κρούσος της Αντριανόπολης)

-

Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο

κάνω το πόνο σου να πω και προσκυνώ και μένω.

 

Εσύ της άνοιξης ρυθμός, ολάνθιστο κλωνάρι

πως σου μαδήσαν τ’ άνθια σου διπλοί, τριπλοί βαρβάροι.

 

Τι θλιβερά που σεργιανάν τριγύρω σου τα ψάρια

κι οι αντίχριστοι να παίζουνε την τύχη σου στα ζάρια.

 

Κουράγιο μικρoκόρη μας που μας εγίνεις μάνα

ύμνος και θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα.

 

(Γιάννης Ρίτσος: Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο)

-

Μες στομ Μαμ π' αθθίζουν ούλλα, που τζ' οι κάμποι ομορφίζουν

τζ' όπου πας τζ' όπου δκιαλλάξεις οι αθθοί μοσκομυρίζουν,

ξημερώματα μιας Τρίτης ανεφάνασιν καράβκια

τζ΄έρκουντασ στα Δαρδανέλλια τζ΄ ήτουγ κάμποσα κομμάδκια

(Βασίλης Μιχαηλίδης: Το όρομαν του Ρωμιού 1917)

-

Τι να τα κάνω τα λεφτά

άμα δεν έχω εσένα πια

(Φοίβος)

-

Κι όπως κρατούσα την πνοή μου,

άκουσα μεσ' στην ησυχία

ν' αναστενάζει ένα ρόδο

σαν λιγωμένο από ευτυχία

(Κώστας Ουράνης: Εαρινό)

-

Μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλήος

ουλομένην, ή μυρί' Αχαιοίς άλγε' έθηκε,

πολλάς δ' ιφθίμους ψυχάς Άϊδι προΐαψεν

ηρώων, αυτούς δε ελώρια τεύχε κύνεσσιν

οιωνοίσι τε πάσι, Διός δ' ετελείετο βουλή,

εξ ου δη τα πρώτα διαστήτην ερίσαντε

Ατρεΐδης τε άναξ ανδρών και δίος Αχιλλεύς:

Sing, goddess, of the cursed wrath of Achilles, Peleus' son,

that brought to the Achaeans immeasurable suffering,

and hurled away to Hades many mighty souls of heroes,

making their bodies carrion for the dogs and every bird of prey:

so the will of Zeus was accomplished.

(Sing) from the day when first the son of Atreus (Agamemnon),

king of men, and godly Achilles quarrelled and parted

(Όμηρος: Ιλιάς: Greek Verse edited by C. Trypanis)

-

Αγιά Μαρίνα τζαι τζιυρά

που ποτζιοιμίζεις τα μωρά

ποτζιοίμιστω κορο΄΄υδιν μου

το πιο μιτσίν τραούδιν μου

-

Σεύατ' έπειτ' επί κύμα λάρω όρνιθι εοικώς

ος τε κατά δεινούς κόλπους αλός ατρυγέτοιο

ιχθύς αγρώσσων πυκινά πτερά δεύεται άλμη:

τω ίκελος πολέεσσιν οχήσατο κύμασιν Ερμής:

He then swooped down on the waves like a seagull

drenching its thickly feathered wings with spray

as it hunts the fish down the fearful gulfs of the waste sea.

So Hermes rode the many waves

(Όμηρος: Οδύσσεια, Το νησί της Καλυψούς: Greek Verse edited by Constantine Trypanis)

-

Τώρα οδοιπόρος

τραβάω για το Άγιον Όρος

(Νίκος Γκάτσος: Δρομολόγιο, Μουσική Δήμος Μούτσης)

-

"Έβγα και πρόβαλε, Θανάση Βάγια, έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.

Έβγα, μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.

Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι.

Ελεημοσύνη, Χριστιανοί, κάμετε ελεημοσύνη,

έτσι ο Θεός παρηγοριά κι αγάπη να σας δίνη.

Ελεημοσύνη κάμετε στην έρημη τη χήρα.

Ανοίξετε μου, απέθανα... κι εγώ θεό λατρεύω"

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: Θανάσης Βάγιας)

-

Και θα φυτρώση και θα βγη

το φύτρο το χλωρό

και πράσινο το στάχυ του

τον ήλιο θ' αντικρύση

και θα μεστώση, θα ψηθή

με τον καλό καιρό

και θα να πάη στο μυλωνά

κι αλεύρι θα γυρίση

(Ιωάννης Πολέμης: Τ' αλέτρι)

-

Χριστέ μου, δόστου τη χαρά τη μόνη που μπορούσε

να σου ζητήσει επάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του

κάνε το θάμα κι άσε τον να ζήσει όπως εζούσε

σε μια μεριά, που τάχατες να μοιάζει το νησί του

(Λάμπρος Πορφύρας: Δέηση για τη ψυχή του Παπαδιαμάντη)

-

Όσα λουλούδια έχει η άνοιξη και ο χειμώνας χιόνια

τόσα πολλά σου εύχομαι ευτυχισμένα χρόνια

-

Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ άστρο χαλινάρι

και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της την φέρει.

Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα,

βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,

βλέπει μπροστά στην πόρτα του χορτάρια φυτρωμένα

και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα

(Δημοτικό: Του νεκρού αδερφού)

-

Άργειε να λθει εκείνη η μέρα

και ήταν όλα σιωπηλά

γιατί τα σκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Και ακαρτέρει

και ακαρτέρει φιλελεύθερην λαλιά,

ένα κτύπαε τ άλλο χέρι

από την απελπισιά.

Κι έλεες: πότε, α! πότε βγάνω το κεφάλι

απ τς ερμιές;

Κι αποκρίνοντο από πάνω κλάψες,

άλυσες, φωνές

(Διονύσιος Σολωμός: Ύμνος εις την Ελευθερίαν)

-

Σαν το ποίημαν του Λιπέρτη, ζωγραφκιά του Κάσιαλου

πας το κύμα σαν τραούδιν εφυσούσεν τ αερούδιν

αχ Τζιερύνεια μάνα μου

(Ευαγόρας Καραγιώργης Τ Όνειρον)

-

Και στ Απριλιού το μήνα το έβγα

το κάστρο αγνάντια το μεγάλο,

το τριπλοθεμελιωμένο,

κι αυτό χλωρό κι ολάνθιστο είναι:

κισσοί κι αγράμπελες και δάφνες,

βραγιές τα κάνουν, ως κι αυτά

τα πολεμόχαρα μουράγια

τα πυργωτά

(Κωστής Παλαμάς: Το πανηγύρι της Κακάβας)

-

Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν

(Δημοτικό: Tου γιοφυριού της Άρτας)

-

Κράτα γερά μεσόκοπε τα περουσιακά σου

γιατί μια μέρα ίσως βρεθέις έξω που τη φουλιά σου

μπορεί να γίνουσιν οχτυροί κόμα τζιαι τα παιδκιά σου

τζι ο πιο καλός ο φίλος σου

(Λάμπρος Λαζάρου)

-

Να χάνωμεν αδέρφια,

πατρίδα και γονείς,

τους φίλους, τα παιδιά μας

κι όλους τους συγγενείς

(Ρήγας Φεραίος: Θούριος)

-

Ποιος θε ν ακούσει κλάματα και μαύρα μοιρολόγια

ας πα στα κάστρη του Μωρεά, σ της πόλης τα καντούνια:

που κλαίγ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα

(Δημοτικό: Θρήνος μητρικός)

-

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα Δερβένια,

πήραν και την Τριπολιτσάν, την ξακουσμένην χώραν

(Δημοτικό: Άλωση Τριπολιτσάς)

-

Κυρά Γιώργαινα μεθύστρα

κυρά Γιώργαινα μπεκρού

έγινες πομπή του κόσμου

του μεγάλου και μικρού

(Γεώργιος Σουρής)

-

Θα περπατήσω μοναχός κι αυτό το βράδυ

μήπως και βρω της λησμονιάς σου το νερό

και σε υπόγεια σκοτεινά θα βρω σημάδι

μ ένα ποτήρι ως της αυγής τον πανικό

 

Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου

μοιάζει γυναίκα κουρασμένη απ το δρόμο

ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου

«κέρνα τα επόμενα» και με χτυπάει στον ώμο

 

Σ ένα ποτήρι με φυτίλι αναμμένο

βλέπω τα μάτια σου και κλαίω σιωπηλά

και το μυαλό μου που ναι πάλι θολωμένο

στριφογυρνά απ των τραγουδιών σου τη θηλιά

(Σωκράτης Μάλαμας: Τσιγάρο ατέλειωτο)

-

Χλάπα-χλούπα, χλάπα χλούπα
παίζω εγώ τον μπαγλαμά.
Ντρίγκι-ντρίγκι, ντρίγκι-ντρίγκι
τι τα θέλω τα λεφτά...

-

Τ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι χορταριασμένα κείτονται

(Λορέντζος Μαβίλης: Καρδάκι)

-

Πολύ μαυρίλα πλάκωσε, πεζούρα και καβάλα

(Δημοτικό Του Λάμπρου Τζαβέλα)

-

Αν τα ν' αγκαρρωθούσιν θκυο τζι' έρτεις εσύ να κρίνεις,

αν θέλεις νάσαι δίκαιος τζιαι δίκαιος να μείνεις,

αμμέν ακούσεις τζιαι τους θκυο, να μεν εκφέρεις γνώμην,

γιατί στο τέλος θα στραφείς τζιαι να ζητάς συγγνώμην

(Αντώνης Γαβριήλ Παπά, Κίτι, Λάρνακα)

-

Imagine there's no Heaven
It's easy if you try
No hell below us

Above us only sky
Imagine all the people
Living for today

Imagine there's no countries
It isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too
Imagine all the people
Living life in peace

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will be as one

Imagine no possessions
I wonder if you can
No need for greed or hunger
A brotherhood of man
Imagine all the people
Sharing all the world


You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will live as one

(John Lennon: Imagine)

-

Όλα σταμάτησαν εκεί.

Αργεί πολύ να ρθει η βραδιά...

Πως έχω τη ψυχή βαρειά

το δειλινό την Κυριακή

(Ζαχαρίας Παπαντωνίου Τα θεία δώρα, Λυπημένα δειλινά)

-

Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την άυριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά,

για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί,

από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο

(Οδυσσέας Ελύτης: Το Άξιον Εστί, Ανάγνωσμα Πρώτο, Η πορεία προς το μέτωπο)

-

Κι ήρθαν οι ώρες που μιλούν πως πήγε η μέρα

αν τα χωράφια απόδωσαν κι αν τα σταφύλια

σαν την αυγή κοκκίνισαν κι αν οι καρποί μας

μεστώσαν και βαρύναν πάνω στα κλωνάρια.

Κι ήρθαν οι ώρες που μιλούν πως πήγε η μέρα

αν τα λουλούδια επνίξαν την αυλή κι οι γλάστρες

αν δώσαν χρώματα εκλεχτά κι αν  τα στημόνια

στον αργαλιό λιγόστεψαν κι ετοιμαστήκαν

μεταξωτά αψεγάδιαστα, καλοϋφασμένα

(Κύπρος Χρυσάνθης: Επιλύχνια)

-

Αρχή και φινάλε

σκοτάδι και φως

αγάπη πανάρχαιο δράμα

σ ακούω καρδιά μου

δεν είμαι κουφός

αγάπη, τι δύσκολο πράγμα

-

Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν

ποτέ τη δροσούλα που κατεβαίνει στην Κηφισιά

μα οι δυο καμινάδες που μ αρέσαν στην ξενιτιά πίσω απ τα κέδρα, γυρίζουν πάλι

σα βλέπω τα δυο κυπαρίσσια πάνω από τη γνώριμη σου την εκκλησιά

που έχει τους κολασμένους ζωγραφιστούς να τυραννιούνται μες στη φωτιά και στην αιθάλη

(Γιώργος Σεφέρης Γράμμα του Μάθιου Πασκάλη, Τετράδιο Γυμνασμάτων)

-

Στο καφενείο 'Η Ελλάς" ο σαλτιμπάγκος

πουλά τα νούμερα φτηνά

δραχμή τα ακροβατικά

οι αλυσίδες δωρεάν

-

Πάει κι ο εικοστός κι οι ανατροπές

γίνανε σιωπές, φιλελευθερίες

μονοψήφιο φως, νευρικές ψυχές

ευρωπαϊκές παλιοκοινωνίες

(Άρης Δαβαράκης)

-

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω σε καταστρώματα καταλελυμένων καραβιών

στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε

χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα

ούτε με τ' άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.

Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων

δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα προσκυνήματα

μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες

(Γιώργος Σεφέρης Μυθιστόρημα)

-

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ:

Βάι, βάι!

Αφέντη Δία, μεγάλες που είναι οι νύχτες:

ατέλειωτες: ποτέ πια δε θα φέξει;

Κι όμως είν' ώρα που άκουσα κοκόρι.

Κι οι δούλοι ροχαλίζουν: που έτσι πρώτα;

Πόλεμε, χάσου: για πολλά, και που ούτε

τους δούλους δεν τολμώ να τιμωρήσω.

Και νύχτα δε σηκώνεται ούτε τούτο

τ' αγόρι το σπουδαίο: τις αμολάει

μέσα σε πέντε κάπες τυλιγμένος.

Ας σκεπαστώ κι εγώ κι ας ροχαλίσω

(Αριστοφάνης: Νεφέλες: Μετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου)

-

Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει

κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ' τα κυπαρίσσια

κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά:

 

μάς βαραίνουν

οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν

(Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα)

-

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα

μου τα 'πες με το πρώτο σου το γάλα

μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια

εσύ φοράς τ' αρχαία σου στολίδια

και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς

που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς

(Νίκος Γκάτσος: Μάνα μου Ελλάς)

-

Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο,

κάνω τον πόνο σου να πω και προσκυνώ και μένω.

 

Εσύ της θάλασσας ρυθμός, ολάνθιστο κλωνάρι,

πως σου μαδήσαν ΄τ' άνθια σου διπλοί, τριπλοί βαρβάροι.

 

Τι θλιβερά που σεργιανάν τριγύρω σου τα ψάρια,-

κ' οι αντίχριστοι να παίζουνε την τύχη σου στα ζάρια.

 

Κουράγιο, μικροκόρη μας, που μας εγίνεις μάνα,

ύμνος και θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα

(Γιάννης Ρίτσος: Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο)

-

Δεν φαίνουνται στον ουρανό τη νύκτα την καθάρια

τόσ' άστρα, μηδέ στο γιαλό τόσα δεν είναι ψάρια,

μηδέ ΄ς τσι κάμπους λούλουδα τόσα μπορά βρεθούσι,

μηδέ ποτέ τόσα πουλιά στα δάση κατοικούσι,

όσ' είχε η δόλια μου καρδιά τότες πουρνό και βράδυ

με τόσους αναστεναμούς βάσανα πάντ' αμάδι,

τόσ' απού πλια 'παιδεύγουμου, και πλειότερ' είχα μάχη

με την αγάπη την κουρφή 'ς όποια μερά 'χα λάχει,

παρά με τς ίδιους μου εχθρούς, μα τέλος του καημού μου

να δω ποτέ δεν ώλπιζα, γιατί 'βανα στο νου μου

ποια 'τονε, που με παίδευγε δίχως ελπίδα τόση

τον πόθο και τα πάθη μου να κάμω κιας να γνώσει:

για κείνον εβουλήθηκα να σκοτωθώ, για κείνο

στον πόλεμ' ολομόναχος να έμπω μηδέ κρίνω

γυρεύγοντας το θάνατο: κ' η τύχη βλέποντας με

και στανικώς μου νικητή πάντα γυρίζοντας με,

χίλιες φορές εβάλθηκα να βγάλω το σπαθί μου

κι άπονα με τα χέρια μου να πάρω τη ζωή μου,

και χίλιες φορές δεν ηθέλησα θροφή να δοκιμάσω,

στον Άδη το γοργότερο για να μπορά περάσω

(Γεώργιος Χορτάτσης: Ερωφίλη)

-

Χαμένος είμαι από καιρό
ψάχνω το στίγμα σου να βρω
τσιφτετελού μου αγύρτισσα
Ελλάδα τουρκογύφτισσα.

Να σε στριμώξω στη γωνιά
φωτιά να βάλω στο ντουνιά
και να τους πιάσει η μπέμπελη
μες στη ζωή τη ρέμπελη.

Ύπνε βαθύ κι απόκοσμε
παλιοζωή παλιόκοσμε
και παλιοκοινωνία σου
**** την αδικία σου.

Μα σαν την πέτρα που κυλά
δεν πιάνεις ρίζα πουθενά
την άλλη κλαις τη μια γελάς
του ξύπνου και του ονείρου Ελλάς

(Κώστας Φέρρης)

-

Μια βραδιά στην Αμφιάλη

του τη φέραν του Μιχάλη

του τη φέραν του Μιχάλη

μια βραδιά στην Αμφιάλη

(Νίκος Γκάτσος: Στην Αμφιάλη)

-

Είχαν ένα μπαξέ και φύτευαν λουλούδια

κάναν βαρκούλες και τις ρίχνανε στη λίμνη

σεργιάνιζαν στους κήπους τ' ουρανού

και στο λιβάδι με τις μαργαρίτες.

Παίζαν με τη φτερούγα του αγγέλου

και με το στέμμα της ξανθιάς νεράιδας

χτίζαν φωλιές στο στόμα τους τ' αηδόνια

γελάγανε κι ανοίγανε οι εφτά ουρανοί.

Ήρθαν απ΄το βοριά κατακαλόκαιρα

με τα τσεκούρια και με τις φωτιές τους

Ρημάξαν το μπαξέ, μαδήσαν τα λουλούδια

Χρόνοι πολλοί καθίσανε στην πλάτη των παιδιών

ξέχασαν πια πως να γελάνε

(Κυριάκος Πλησής: Τα παιδιά)

-

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να 'ναι κι από αίμα.

-όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα-

μπορεί να 'ναι απ' το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο

(Γιάννης Ρίτσος: Καπνισμένο τσουκάλι)

-

Θαλασσοφίλητη μου γη

ματόβρεχτη πατρίδα

στο 'να σου χέρι θάνατο

και στ' άλλο την ελπίδα

(Άνθος Λυκαύγης)

-

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω

ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα

ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια

ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.

Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά

να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.

Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά

του αλατιού της άλλης τρικυμίας

(Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα)

-

Είπα τζ' εγιών' ο γέρημος να κάμω μιαν πελλάραν

τζαι σαν να παραμόνευκε

θωρείς την άξιππα τζαι δκια

σαν τογ κατεβασμένον τομ Πιδκιάν

(Κώστας Μόντης: Η πελλάρα)

-

Κατά τις λάμψεις εκεί τραβάει

Η ασφαλτοστρωμένη ετούτη στράτα:

Τις αγελάδες, τα καμιόνια

Τις μπαρκάρουνε, τρεις τρεις,

Κι ήρεμος τραμπαλίζεται ο λαιμός τους

Κα βαρύς.

...

Τρεις τρεις μες τα καμιόνια

Τις μπαρκάρουνε τις αγελάδες

Πιτσιλωτές, πυρόξανθες ή μαύρες

Μα να τους εξηγήσει δεν μπορεί

Γλώσσα καμία

Πως είν' μεσάνυχτα

Και πως τις πάνε στα σφαγεία

(Ναζίμ Χικμέτ)

-

Χρόνια, σκλαβκιές ατέλειωτες - τομ πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους.

Εμείς τζαμαί: Ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στον ρότσον τους!

(Kώστας Μόντης)

-

Αν ήσουν ένα δάκρυ μου, δεν θα έκλαιγα ποτέ να μη σε χάσω

αν ήσουν αμαρτία μου, συγγνώμη δεν ζητάω απ' το Θεό

την νύχτα που ενωθήκαμε, μπορούσα και στην Κόλαση να φτάσω

κι ας ήμουν ένας έρωτας που κράτησε για σένα ένα λεπτό

(Σπύρος Γιατράς και Ειρήνη Χρυσοβέργη)

-

Κοιμάται τόσο ανάλαφρα και τόσο τρυφερά

π' αργά και μόλις το άγουρο τρεμοανασαίνει στήθος

στα χάδια του ύπνου και τα ωχρά τα βλέφαρα κλειδιά,

σα μαραμένα πέταλα υακίνθων, στα γλαρά

τα ωραία της μάτια, που τραβούν των εραστών το πλήθος...

 

Ώ μην χτυπάτε πια εραστές την πόρτα της Ροδής

(Παύλος Κριναίος: Ο ύπνος μιας μικρής εταίρας)

-

Να δούμεν ίντα κρίματα κόφκω τζ' εγιώνι

Τζ' έππεσα στην αγάπη σου καλά τζαι σώννει

Να με 'ποβκάλη σώννει τζαι καλά

(Κώστας Μόντης)

-

Λάδι στα μέλη,

ίσως ταγγή μυρωδιά

όπωςεδώ στο λιόμυλο

της μικρής εκκλησιάς

στους χοντρούς πόρους

της σταματημένης πέτρας

(Γιώργος Σεφέρης: Επικαλέω τοι την Θεόν...)

-

(Τω απαγχονισθέντι Αρχιεπισκόπω Κύπρου Κυπριανώ)

Συ που σκοτώθεις για το φως ξύπνα να δεις τον ήλιο
Ξύπνα να δεις το αίμα σου πως έγινε βασίλειο

(Βασίλης Μιχαηλίδης)

-

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας.

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

Ανασήκωσε την πλάτη κι' απόσεισε τους, Πενταδάκτυλε μου,

Ανασήκωσε την πλάτη κι' απόσεισε τους

(Κώστας Μόντης)

-

Και ονειρεύομαι πισίνες

και ονειρεύομαι γκόμενες

και ονειρεύομαι φόρμουλες

και ονειρεύομαι Λος Άντζελες

και ονειρεύομαι και ξυπνάω

και σπάζομαι και τραγουδάω

(Κώστας Τριπολίτης: Όλα από χέρι χαμένα)

-

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι

μέσ' στην κρύα μου κάμαρα όπως έζησα μόνος:

στην στερνήν αγωνία μου τη βρoχή θε ν' ακούω

και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος

(Κώστας Ουράνης: Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι...)

-

Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται

η Τράπεζα Συναλλαγών

-εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται-

Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως

-εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν-

όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής

Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία,

τις ωραίες εκκλησιές.

 

Η Ελλάς των Ελλήνων

(Μανώλης Αναγνωστάκης: Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.)

-

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

(Οδυσσέας Ελύτης: Ελένη)

-

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσες του ο Ονήσιλος

να μας κεντρίσουν

να μας ξυπνήσουν

να μας φέρουν ένα μήνυμα.

 

Δέκα χιλιάδες έστειλε ο Ονήσιλος

κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα

χωρίς τίποτα να νιώσουμε

(Παντελής Μηχανικός: Ονήσιλος)

-

Το κατά κεφαλήν όνειρο,

είδος πολυτελείας,

ανέκαθεν φορολογείται θανάσιμα

(Νίκος Μπαζιάνας: Παραλλαγές της Οδύνης)

-

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε

(Κωνσταντίνος Καβάφης: Θερμοπύλες)

-

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική

(Κωνσταντίνος Καβάφης: Όσο μπορείς)

-

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν

Για το σπίτι που χτίστηκε

Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν

Για τα πλοία που άραξαν

Για τη μάχη που κερδήθηκε

Για τον άσωτο που επέστρεψε

 

Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια

(Μανόλης Αναγνωστάκης: Αφιέρωση)

-

Και να περνάνε τα μεσάνυχτα,

οι αυγούλες, οι βραδιές, οι χρόνοι,

και να σου λέω Ακόμα, αγάπη μου,

ακόμα, αγάπη μου...Δε σώνει!..."

(Ναπολέων Λαπαθιώτης: Languer d' Amour)

-

Το γεια σου εν που το Θεό τζι' όποιος το αρνιέται

μέσα στ' αλώνιν, μόνον του σιοίννιαστον να τζιυλιέται.

Τζι΄αν έρτει το σιοινίν κοντόν τζιαί δεις τζι' εν τον β ολεύκει

εύρε βουκάνιν, ζέξε τον να μάθει ν' αλωνεύκει

(Αντώνης Παπά, Κίτι)

-

Under the wide and starry sky,

Dig the grave and let me lie.

Glad did I live and gladly die,

And I laid me down with a will.

This be the verse you grave for me:

Here he lies where he longed to be;

Home is the sailor, home from sea,

And the hunter home from the hill

(Robert Louis Stevenson)

-

Πάνε πια οι ελεύθερες κουβέντες, πάει πια κι η περίκλεια αίγλη

ήρθε βαριά σιωπή στην αγορά κι η ασυδοσία των τριάντα τυράννων

(Γιάννης Ρίτσος: Μετά την ήττα)

-

Σ' αγαπώ: δεν μπορώ

τίποτ' άλλο να πω

πιο βαθύ, πιο απλό,

πιο μεγάλο!

(Μυρτιώτισσα: Σ' αγαπώ!)

-

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια

που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά

(Κωνσταντίνος Καβάφης: Αλεξανδρινοί Βασιλείς)

-

Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.

(Edgar Allan Poe: A Dream Within A Dream)

-

Tο φως έπεφτε καταπέλτης

σ' ό,τι δεν ήταν φως,

κι' η ερωτομανής λαμπρότης,

παράφορα φιλούσε κι' ό,τι δεν ήταν έρωτας,

μέχρι και τη δική σου συνοφρύωση

(Κική Δημουλά: Ζούγκλα)

-

Λίγο ακόμα θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν

τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο

τη θάλασσα να κυματίζει.

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα

(Γιώργος Σεφέρης)

-

Παπάδες που τον νόμον εν κρατούσιν τζιαι παν ατσίππωτα τζιαι λουτουρκούν,

ποτιτσινώνουν πάντα σγοιαν θωρούσιν τους άλλους που το σήμαντρον φακκούν

(Δημήτρης Λιπέρτης)

-

Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,

όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα

και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,

κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,

και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας,

κι αν αγαπάς τ' ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,

ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,

και τη ζωντάνια σπείρε του μ' όσα γερά, δροσάτα.

Γίνε ορμοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής

(Κωστής Παλαμάς: Βωμοί)

-

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλον

και κάπου εφτυούσε καταγής

Ω! πόσο βάσανο μεγάλο

το βάσανο είναι της ζωής!

Όσο κι ο νους να τυραννιέται

άσπρην ημέρα δε θυμιέται

(Κώστας Βάρναλης: Οι μοιραίοι)

-

Ψάχ' τους όλους, ψάχ' τους όλους

όλοι, όλοι κάτι κρύβουν.

Eίναι λερωμένοι όσο

και τα χέρια τους αν νίβουν.

Ψάξε τους εχθρούς και φίλους

ψάξε όλη την παρέα

κι' απ' τη Ρούμελη κι απ' όλα

τα νησιά και το Μωρέα,

ψάξε, ψάξε, στο Χριστό σου

και τον ίδιον εμαυτό σου.

Ψάξε, μη σκιαχθείς καθόλου.

όλα, όλα τα ταμεία...

Μέσ' στην κάσσα, μέσ' την τζέπη

ο καθένας κάτι κρύβει,

Η κλεψιά  μάς βασιλεύει

σε παλάτι και καλύβη.

Ψάξε, ψάξε, στο Χριστό σου,

και τον ίδιον εμαυτό σου

(Εφημερίδα "Ραμπαγάς" του Κλεάνθη Τριανταφύλλου: Προς τον Τρικούπην τραγούδι της εποχής)

-

Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι

γέρικη ελιά που γέρνεις με τη λίγη

πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει

σα νάθελε να σε νεκροστολίσει

και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι

της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει

στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι

στο κλαρί σου που δεν ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν

με τη μαγευτικιά βουή που κάνουν

ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν:

ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν

και άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες

(Λορέντζος Μαβίλης: Ελιά)

-

Ού καταισχυνώ τα όπλα,
ούδ' εγκαταλείψω τόν προστάτην ώ άν στοίχω,
αμυνώ δε καί υπέρ ιερών και οσίων,
και μόνος και μετα πολλών,
και τήν πατρίδα ούκ ελάττω παραδώσω,
πλείω δε και αρείω όσης άν παραδέξωμαι.

Καί συνήσω τών αεί κρινόντων,
και τοίς θεσμοίς τοίς ίδρυμένοις πείσομαι,
και ούς τίνας άλλους ιδρύσεται το πλήθος εμφρόνως.
Και αν τις αναιρεί τούς θεσμούς ή μη πείθηται ούκ επιτρέψω,
αμυνώ δέ καί μόνος και μετά πάντων.
Και τα ιερά τα πάτρια τιμήσω.

Ίστορες θεοί
Αγραυλος, Ενυάλιος, Αρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη

-

Τέλεια, πυκνή, αναπόδραστη του έρωτα

και του θανάτου: κατάκτηση πρώτα, ύστερα παραίτηση

ανάβαση πρώτα, ύστερα κατάβαση

πτώση του σώματος και θλίψη της ψυχής

καθώς ανοίγει η μοναξιά και καταπίνει

ταπεινωμένα κόκαλα και σωριασμένα

(Γιώργος Θέμελης: Υμέναιος)

-

Χτες και σήμερα ίδια και όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...

Η ύπαρξη σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.

Τάχα η θέληση σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Αχ που σαι νιότη που δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!

(Κώστας Βάρναλης: Σκλάβοι πολιορκημένοι)

-

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.

Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.

Να μην τις παίρνει ο άνεμος

(Μανόλης Αναγνωστάκης)

-

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν

σαν στήλες δυο-δυο μες στα γραφεία

(Ηλεκτρολόγοι θα 'ναι η Πολιτεία

κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν).

 

Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν

αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.

"Συν τη παρούση αλληλογραφία

έχομεν την τιμήν" διαβεβαιώνουν.

 

Και μοναχά η τιμή τους απομένει

όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους

το βράδυ στις οχτώ σαν κουρντισμένοι.

 

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους

σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους

σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι

(Κώστας Καρυωτάκης: Δημόσιοι υπάλληλοι)

-

Το βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει.

Ψιλή-ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζει,

είναι η φύσις που θρηνεί,

τα δάκρυα της είν' αυτά, οπού πυκνοσταλάζουν,

τα σύννεφα, οπού βογγούν και βαρειαναστενάζουν:

είν΄ η θλιμμένη της φωνή

(Ιωάννης Καρασούτσας: Το φθινόπωρον)

-

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής

κ' η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου να μην τα πεις.

Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.

Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν

(Κώστας Βάρναλης: Οι πόνοι της Παναγιάς)

-

Ώ μην χτυπάτε πια εραστές την πόρτα της Ροδής

την ώρ' αυτή που στην θερμήν αγκάλη του ερωμένου

τ' ωραίου της ύπνου εδόθηκε, στη μέθη της σιωπής

(Παύλος Κριναίος: Ο ύπνος μιας μικρής εταίρας)

-

Εδώ ας σταθώ κι ας δω κ' εγώ τη φύση λίγο

Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού

λαμπρά μαβιά και κίτρινη όχθη: όλα

ωραία και μεγάλα φωτισμένα

(Κωνσταντίνος Καβάφης: Θάλασσα του πρωϊού)

-

Οι ρίζες μου 'ποστρέψασιν, τον ρότσον εν πορέσσουν

πο 'σιει βορκάν τζαι ανερκάν ν' αρπάξουν τζιαι ν' αντέξουν

(Πανίκκος Λιμνατίτης)

-

"Κάτασπρες τρίχες" μώλεγε η κορασιά γελώντας

"εις το σγουρό κεφάλι σου με λύπη μου θωρώ

εγέρασες μου φώναξε το στόμα μου φιλώντας

πάντοτε ως γέρο σε μισώ"

"Τα χρόνια" εγώ της έλεγα κλειώντας τη στην αγκάλη

"ακόμα δεν μ' εγέρασαν μα οι πόνοι κ' οι καϋμοί

κι αν λίγες τρίχες κάτασπρες ξανοίγεις στο κεφάλι

τα χρόνια σημαδεύουνε που μ άρπαξες εσύ"

(Στέφανος Μαρτζώκης: Άσπρες τρίχες)

-

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις

Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες

Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων

Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες

Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια

Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες

Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθείς απ' τις σειρήνες

Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες

(Ανδρέας Εμπειρίκος: Στροφές στροφάλων)

-

Ο Γουίλλη ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί

όταν απ' τη βάρδια του τη βραδινή σχολνούσε

στην κάμαρα μου ερχότανε γελώντας να με βρει

κι ώρες; πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε

(Νίκος Καββαδίας: Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί)

-

Όλος ο κόσμος "φλογερό

καμίνι" τ' ονομάζει

διότι...τούβλα κάποτε

και κεραμίδια βγάζει

(Γεώργιος Στρατήγης: Εις το πανεπιστήμιον)

-

Ήθελα νάμουν τσέλιγκας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης

να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάσα.

Νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια

κ' ένα σωρό μαντρόσκυλα, νάχω και βοσκοτόπια

το καλοκαίρι στα βουνά και τον χειμώ στους κάμπους

(Κώστας Κρυστάλλης: Ήθελα νάμουν τσέλιγκας)

-

Έν' αλλόκοτο φεγγάρι, σαν ένα κομμάτι πάγου,

πεθαμένο και στημένο μες στη μέση του πελάγου

(Ναπολέων Λαπαθιώτης: Τοπίο χειμωνιάτικο)

-

Άφησε με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό το φεγγάρι, δεν θα φαίνεται

που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Δεν θα καταλάβεις.

Άφησε με νάρθω μαζί σου

(Γιάννης Ρίτσος: Σονάτα του σεληνόφωτος)

-

O Ακρίτας είμαι Χάροντα

δεν περνώ με τα χρόνια

μ΄ άγγιξες και δεν μ' ένιωσες

στα μαρμαρένια αλώνια

(Κωστής Παλαμάς: Ακρίτας)

-

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε, στα μάτια η μάνα μνέει,

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

"Έρμο ντουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω γω στο χέρι;

Οπού συ μου 'γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει"

(Διονύσιος Σολωμός: Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)

-

Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά!

Είναι βουβά τ' αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά,

κ' η δόλια μου ματιά θολή.

Παιδί μου, ώρα σου καλή!

(Γεώργιος Βιζυηνός: Η μάνα)

-

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο

χάιντε σύμβολον αιώνιον!

Αν ξυπνήσεις μονομιάς

θάρτει ανάποδα ο ντουνιάς

(Κώστας Βάρναλης: Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου)

-

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε

ποιος υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό, ποιος πεθαίνει;

Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της:

"Δειλοί μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε

κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες

αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή".

Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο

ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.

(Γιώργος Σεφέρης: Ο δικός μας ήλιος, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α')

-

Χλωρά, μοσχοβολούντα

νησία του Αιγαίου πελάγους

ευτυχισμένα χώματα

όπου η χαρά κ' η ειρήνη

πάντα εκατοίκουν

(Ανδρέας Κάλβος: Τα ηφαίστια)

-

Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα

πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.

Μα τάχα εμείς παντοτινά τάφταστα θα ζητούμε

-Βάλτε να πιούμε!

(Κ. Καρθαίος: Το τραγούδι του μπεκρή)

-

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια

θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια

(Κώστας Καρυωτάκης: Πρέβεζα)

-

Μια μέρα σε είδα γάϊδαρε να λιάζεσαι σκυμμένος

ακίνητος και σοβαρός, βαθιά συλλογισμένος

ωσάν να είχες και τους δυο μηλίγγους σου γεμάτους

προβλήματ' αστρονομικά, ζητήματα του Κράτους...

(Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου: Εις Όνον)

-

Quid πλατανών opacissimus?

Ο ύπνος σε τύλιξε σαν ένα δέντρο με πράσινα φύλλα

ανάσαινες σαν ένα δέντρο μέσα στο ήσυχο φως

μέσα στη διάφανη πηγή κοίταξα τη μορφή σου:

κλεισμένα βλέφαρα και τα ματόκλαδα χάραζαν το νερό.

Τα δάχτυλα μου στο μαλακό χορτάρι, βρήκαν τα δάχτυλα σου

κράτησα το σφυγμό σου μια στιγμή

κι ένιωσα αλλού τον πόνο της καρδιάς σου.

(Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα ΙΕ')

-

Όταν πεθάνω μη με λησμονήσεις

κ' έλα κ' εσύ στον τάφο μου μια μέρα

το χώμα μου με πόνο να φιλήσεις

πριν σκορπισθεί κ΄εκείνο στον αέρα.

(Στέφανος Μαρτζώκης: Όταν πεθάνω)

-

Ασίνην τε... (Ιλιάδα)

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο

αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα

πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού

μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ' άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

(Γιώργος Σεφέρης: Ο βασιλιάς της Ασίνης)

-

Όταν βράδιαζε

ήσυχα τα ποτάμια κ' οι αγελάδες αναμηρυκάζανε την ιστορία του κόσμου,

τ' ατίθασα άλογα γύριζαν μόνα τους στο σταύλο

τα παιδιά γύριζαν σπίτια τους

τα καρπούζια τρίζαν απ' το νύχτιο αγιάζι

ο δυόσμος μύριζε σα να τον ανέμισε βιαστικό πέρασμα

απ' το φαρδύ φουστάνι μιας ένοχης γυναίκας. Τότε ακούγονταν απόμακρα

τα όργανα απ' το πανηγύρι του άλλου χωριού

στον Άη-Δημήτρη, ή πιο πέρα, στα Τάλαντα

κ' η στρογγυλή αυριανή βουή πύκνωνε μέσα στις καμπάνες:

ακούγονταν τ' αλυχτήματα των σκυλιών στα χωράφια, το μακρινό βήμα του δραγάτη,

τα χελιδόνια που αναδεύονταν στον ύπνο τους μες στις χλιαρές φωλιές τους

οι μυστικές ομιλίες που ρυθμίζανε τη διανομή του νερού στα μποστάνια,

το χτύπημα της τσάπας στο μαλακό, υγρό χώμα, και πιότερο απ' 'όλα

τ' αστ'ερια πούπαιρναν βαθειές εισπνοές κι αναστέναζαν ήσυχα

λέγοντας τόνα στ' άλλο, και σε μάς, " τι όμορφη πούναι η πλάση!"

(Γιάννης Ρίτσος: 'Οταν έρχεται ο ξένος)

 

-

Η σύμβαση υπογράφτηκε με μάρτυρες πολλούς

έχει καθαρά και την υπογραφή μου

δεμένος μέχρι το καλό και όρους πονηρούς

θα έχω μια ζωή ολιγόκερμη με φίλους

(Διονύσης Τσακνής: Σύμβαση αορίστου χρόνου)

-

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,

θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια

(Κώστας Καρυωτάκης: Πρέβεζα)

-

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια

που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω που να τ' ακουμπήσω

'Επεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο

έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρ΄λισει.

(Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα)

-

Η γης δεν έχει κρικέλια

για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν

μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι

να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.

(Γιώργος Σεφέρης: Σαλαμίνα της Κύπρος)

-

Η αγάπη μόνο βαστάζει όλα τα φορτία.

Μπορώ να βαστάζω όλα τα φορτία.

Γιατί η αγάπη είναι το μέγα φορτίο!

(Μελισσάνθη: Πιστεύω)

-

Όσοι το χαλκέον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,

ζυγόν δουλείας ας έχωσι:

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία

(Ανδρέας Κάλβος: Εις Σάμον)

-

Εκούνησε την ανθισμένη μυγδαλιά

με τα χεράκια της

κ' εγέμισε από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά

και τα μαλλάκια της

(Γεώργιος Δροσίνης: Η μυγδαλιά)

-

Ας μη βρέξη ποτέ

το σύννεφον και ο άνεμος

σκληρός ας μη σκορπίση

το χώμα το μακάριον

που σας σκεπάζει

(Ανδρέας Κάλβος: Εις τον Ιερόν Λόχον)

-

Θα μείνω ιδανικός κι ανάξιος εραστής

των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων

και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές

χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων

(Νίκος Καββαδίας: Mal du Depart)

-

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού

η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια

το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας

και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου

χρυσά: τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

(Γιώργος Σεφέρης: Επιφάνια 1937)

-

Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
 

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,

και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
 

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


(Κωνσταντίνος Καβάφης: Περιμένοντας τους βαρβάρους)

-

Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα που απελπισμένος χύνεiς

πέφτουν μέσ' στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές

και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;

Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαις;

(Ιωάννης Πολέμης: Νερωμένο κρασί)

-

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του

(Κωνσταντίνος Καβάφης: Che fece...il gran rifiuto)

-

Κύριε βοήθα να θυμόμαστε

πως έγινε τούτο το φονικό

την αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια,

το στέγνωμα της αγάπης

Κύριε βοήθα να τα ξεριζώσουμε

(Γιώργος Σεφέρης Σαλαμίνα της Κύπρος)

-

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου

γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για τυλιχτεί στο κορμί μου

καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ ακολουθούσε

ανεβαίνοντας κι' αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου

ως που να βρούμε τα νερά του βουνού

(Γιώργος Σεφέρης: Με τον τρόπο του Γ.Σ.)

-

Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν

και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε

οξειδώθηκα μες τη νοτιά των ανθρώπων

μακρυνή μητέρα, ρόδο μου αμάραντο

(Οδυσσέας Ελύτης: Άξιον Εστί)

-

Τα σπίτια που είχαν μου τα πήραν. Έτυχε

να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα: πόλεμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί:

κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά

κάποτε δεν τα βρίσκει: το κυνήγι

ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια,

οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια

(Γιώργος Σεφέρης: Κίχλη)

-

Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα

κ' η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.

Το φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει

και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφήνει

τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνεις

όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.

Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.

(Κωστής Παλαμάς: Η Φλογέρα του Βασιλιά)

-

Άφτιαστο κι αστόλιστο

του Χάρου δεν σε δίνω

Στάσου με τ' ανθόνερο

την όψη σου να πλύνω

(Κωστής Παλαμάς: Τάφος)

-

Ερως ανίκατε μάχαν

έρως ος εν κτήμασι πίπτεις

ος εν μαλακαίς παρειαίς

νεάνιδος εννυχεύεις

φοιτάς δ υπερπόντιος

εν τ αγρονόμοις αυλαίς

και σ ούτ αθανάτων φύξιμος ουδείς

ούθ αμερίων σε γ ανθρώπων.

Ο δ έχων μέμηνεν.

Συ και δικαίων αδίκους

φρένας παρασπάς λώβα

(Σοφοκλής: Αντιγόνη)

 

HOME